σενσουαλισμός

ο, Ν
(φιλοσ.) αισθησιοκρατία, φιλοσοφική θεωρία τού Γάλλου διανοητή Κοντιγιάκ, σύμφωνα με την οποία όλες οι γνώσεις τού ανθρώπου δεν είναι τίποτε άλλο από προϊόν τών αισθήσεών του.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. sensualisme < λατ. sensualis < λατ. sensus «αίσθηση»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σενσουαλιστής — ο, θηλ. σενσουαλίστρια, Ν οπαδός τού σενσουαλισμού. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. sensualiste (βλ. λ. σενσουαλισμός)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.